Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Η δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α΄

Πανομοιότυπη της δολοφονίας του Τζον Κένεντι, η πρώτη από 7 πολιτικές δολοφονίες που έγιναν στη Θεσσαλονίκη τον 20ο αιώνα

του Σπύρου Κουζινόπουλου

Συμπληρώνονται 113 χρόνια από την αποτυχημένη δολοφονική απόπειρα, στις 14 Φεβρουαρίου 1898, εναντίον του πιο συνετού από τους βασιλείς που βρέθηκαν στο θρόνο της Ελλάδος, του Γεωργίου του Α΄. Μία απόπειρα που μπορεί να μην πέτυχε τότε, επαναλήφθηκε όμως 15 χρόνια αργότερα, στις 5 Μαρτίου 1913 και αυτή τη φορά οι δολοφόνοι πέτυχαν στο σκοπό τους, διαπράττοντας μία από τις επτά πιο άγριες πολιτικές δολοφονίες που εκτελέστηκαν στη Θεσσαλονίκη, στη διάρκεια του 20ου αιώνα.
Οι υπόλοιπες έξι, θυμίζουμε, ήταν του μετριοπαθούς ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Γιάννη Ζεύγου στις 20 Μαρτίου 1947, του αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ τον Μάϊο του 1948, του στελέχους της νεολαίας της ΕΔΑ, Στέφανου Βελδεμίρη στις 27 Οκτωβρίου 1961, του μαραθωνοδρόμου και βουλευτή της αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη στις 22 Μαίου 1963, του στελέχους του αντιδικτατορικού αγώνα Γιάννη Χαλκίδη στις 4 Σεπτεμβρίου 1967 και του βουλευτή και γραμματέα της Οργάνωσης Θεσσαλονίκης του ΚΚΕ, Γιώργη Τσαρουχά στις 9 Μαίου 1968 από τα όργανα της χούντας.
Οι επτά αυτές πολιτικές δολοφονίες, που διαπράχθηκαν στην πρωτεύουσα της Ελληνικής Μακεδονίας, αν και έγιναν κατά διαφορετικών ιδεολογικά στόχων, εντούτοις μοιάζουν μεταξύ τους, καθώς έχουν ως κοινό τους γνώρισμα τις έντονες προσπάθειες που καταβλήθηκαν από κρατικά όργανα, κυβερνητικούς κύκλους και εξωελληνικούς παράγοντες για τη συγκάλυψη των ενόχων.
Γεώργιος Α΄
Μάλιστα, η δολοφονία του βασιλιά Γεώργιου Α΄, μοιάζει αρκετά με την μεθοδολογία στην δολοφονία, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, πενήντα χρόνια αργότερα, του αμερικανού προέδρου Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι, στις 22 Νοεμβρίου 1963. Και στις δυο περιπτώσεις, το θύμα ήταν ο ανώτερος πολιτειακός παράγοντας της χώρας, οι αρχές υιοθέτησαν σχεδόν από την αρχή τη θεωρία του «μοναχικού δράστη» με προσωπικά κίνητρα, ο βασικός ύποπτος βγήκε από τη μέση προτού ολοκληρωθεί η ανάκριση, ενώ στο πέρασμα του χρόνου αναπτύχθηκαν ποικίλες θεωρίες για την πραγματική ταυτότητα των δραστών και τη συνωμοσία που κρυβόταν πίσω τους…
Η πρώτη δολοφονική απόπειρα κατά του βασιλιά Γεώργιου Α΄, στις 14 Φεβρουαρίου 1898, έγινε με πρόσχημα την ήττα του Ελληνικού στρατού την περασμένη χρονιά 1897 από τους Τούρκους. Για τη δεύτερη απόπειρα, που κατέληξε στη δολοφονία του Γεωργίου Α΄, δεν υπήρξε καμία εξήγηση. Όμως και οι δύο απέβλεπαν στο να ανέλθει στο θρόνο ο κραυγαλέα Γερμανόφιλος διάδοχος Κωνσταντίνος.
Ο Χριστιανός- Γουλιέλμος- Φερδινάνδος- Αδόλφος- Γεώργιος, που ήταν το πλήρες όνομα του ευρύτερα γνωστού ως Γεώργιου Α΄, υπήρξε ο μακροβιότερος βασιλιάς της Ελλάδας, από το 1863 μέχρι το 1913. Ήταν ο δεύτερος κατά σειρά Βασιλεύς της νεότερης Ελλάδας, μετά τον Όθωνα και αρχηγός νέου Βασιλικού Οίκου. Γεννήθηκε στην Κοπεγχάγη στις 24 Δεκεμβρίου 1845 και ήταν δευτερότοκος γιος του πρίγκιπα και μετέπειτα Βασιλέως της Δανίας Χριστιανού Θ΄, που ανήλθε στο θρόνο τον Νοέμβριο του 1863. Προέρχονταν από τον Οίκο των Σλέσβιγκ - Χολστάιν - Σόντερμπουργκ – Γκλίξμπουργκ (Schleswig-Holstein-Sonderburg-Glücksburg), κλάδου του Οίκου του Ολδεμβούργου (Oldenburg). Αυτός παρέμεινε και ο βασιλικός οίκος των Βασιλέων της Ελλάδας ως την αλλαγή του πολιτεύματος σε Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία με το δημοψήφισμα του 1974.
Κατά την είσοδο του Γεωργίου Α΄ στην απελευθερωμένη
Θεσσαλονίκη, έχοντας δίπλα του τον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο

Γεώργιος Α΄, ο συνετότερος των βασιλέων
Ο Γεώργιος αναγνωρίζεται από όλους ως ένας από τους συνετότερους βασιλείς της Ελλάδας. Αν και δεν έπαψε ποτέ να αισθάνεται ως Βόρειος, κατάφερε εντούτοις να προσαρμοστεί στην ελληνική πραγματικότητα σε μεγάλο βάθος. Η προσαρμογή του αυτή, του επέτρεψε να ασκήσει έντονη επιρροή στην ελληνική πολιτική σκηνή, σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από όσο ήταν φανερό στην εποχή του. Αν και άνθρωπος της καλής ζωής, προτιμούσε να διατηρεί τα προσχήματα στο αυστηρών αρχών αθηναϊκό περιβάλλον, ενώ όποτε έφευγε στο εξωτερικό, δεν έχανε την ευκαιρία για να γευτεί όσες απολαύσεις δεν μπορούσε στην Ελλάδα. Μάλιστα πολλές φορές αυτοί που γνώριζαν τον χαρακτήρα του, έλεγαν πως ο θυρεός του «Πατήρ του Έθνους» ήταν ακριβής στην κυριολεξία.
Λέγεται ότι σε γενικές γραμμές απέφευγε τους αυλοκόλακες και προτιμούσε να ενημερώνεται άμεσα για τις εξελίξεις, όσο δυσάρεστες και αν ήταν, πράγμα άλλωστε στο οποίο οφείλεται και η μνημειώδης προσαρμοστικότητά του. Η διαλλακτικότητα και η ψυχραιμία του, του επέτρεψαν, να διατηρεί ανοιχτές γραμμές με το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού κόσμου και χωρίς να είναι ιδιαίτερα δημοφιλής να παραμένει η εξουσία του πάντοτε σεβαστή. Σε όλους αυτούς τους παράγοντες μπορεί να αποδοθεί όχι μόνο η ιδιαιτέρως μακροχρόνια βασιλεία του, αλλά και η ωρίμανση του ελληνικού πολιτικού κόσμου, που επί των ημερών του εξευρωπαΐστηκε σε μεγάλο βαθμό.
Για τις Μεγάλες Δυνάμεις θεωρούνταν ο πλέον αξιόπιστος Έλληνας συνομιλητής τους και κατά την έκφραση του Άγγλου Βασιλιά Γεωργίου του Ε΄, ο θάνατός του ήταν μεγάλη απώλεια για την Ελλάδα. Γεγονός όμως είναι πως ουδέποτε κατάφερε να φανατίσει τον ελληνικό λαό υπέρ ή εναντίον του. Επί των ημερών του, το πρόσωπο του Βασιλιά δεν είχε ένθερμους οπαδούς, ούτε εχθρούς, πράγμα που αποδεικνύει ότι έμεινε πάντοτε ξένος προς τα ελληνικά πάθη, εν αντιθέσει βέβαια προς τον γιο του Κωνσταντίνο που αργότερα προκάλεσε τον εθνικό διχασμό.

Η πρώτη απόπειρα δολοφονίας
Η απόπειρα δολοφονίας
Η ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 είχε ρίξει βαριά τη σκιά της πάνω στην ελληνική κοινωνία. Η κοινή γνώμη «έβραζε» και αναζητούσε τους υπευθύνους της ταπείνωσης. Οι εφημερίδες ασκούσαν επιθετική αρθρογραφία κατά της δυναστείας και στους στρατώνες υπήρχε έντονη δυσφορία, κυρίως από τους νεώτερους αξιωματικούς.
Συν τοις άλλοις, η Ελλάδα είχε καταδικαστεί να αποζημιώσει την Τουρκία και να τεθεί η χώρα υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, επειδή είχε πτωχεύσει. Μέσα σε αυτό το σκηνικό μπορούμε να εντάξουμε την απόπειρα δολοφονίας κατά του βασιλιά.
Το απόγευμα της 14ης Φεβρουαρίου 1898 ο Γεώργιος Α' και η κόρη του, πριγκίπισσα Μαρία, επέστρεφαν στο παλάτι από τον περίπατό τους στο Παλαιό Φάληρο. Κοντά στη θέση Ανάλατος (σημερινό Άγιο Σώστη) ρίχτηκαν κατά της βασιλικής άμαξας πυροβολισμοί, από τους οποίους τραυματίστηκε ελαφρά ένας σύνοδος.
Σαν από θαύμα γλίτωσε ο βασιλιάς. Η μια σφαίρα πέρασε ξυστά από το κεφάλι του. Η άλλη πλήγωσε στο πόδι τον ενωμοτάρχη ακόλουθο Βασίλειο Νέρη.
Οι δράστες της επίθεσης τράπηκαν σε φυγή, αλλά συνελήφθηκαν την επόμενη μέρα. Ήταν δύο: ο δημοτικός υπάλληλος Γεώργιος Καρδίτσης, που είχε πολεμήσει ως εθελοντής στην Κρήτη και ο Ιωάννης Γεωργίου από τη Μακεδονία. Και οι δυο τους δεν είχαν απασχολήσει στο παρελθόν τη Χωροφυλακή και υποστήριξαν ότι θέλησαν να σκοτώσουν τον βασιλιά γιατί ήταν ο αίτιος της ήττας.
Αμέσως κυκλοφόρησαν φήμες ότι η απόπειρα ήταν σκηνοθετημένη για να κερδίσει ο βασιλιάς τη συμπάθεια του λαού. Την άποψη υποστήριξε και μερίδα του Τύπου, με αποτέλεσμα να διωχθεί δικαστικά ο εκδότης της εφημερίδας «Καιροί», Πέτρος Κανελλίδης.
Ο Αγ. Σώστης σε φωτογραφία της εποχής

«Άφοβοι και προκλητικοί»
Ο Καρδίτσης, που ήταν ο κύριος αυτουργός της απόπειρας, υποστήριξε στην απολογία του: «Ο Τύπος και ολόκληρος η κοινή γνώμη εγνώριζε και έλεγεν ότι ο βασιλεύς και οι υπουργοί του ήσαν αίτιοι του επαισχύντου πολέμου. Απεφάσισα να εκδικήσω την προσβληθείσαν τιμήν της πατρίδος μου και δια τούτο εξετέλεσα την πράξιν».
Στη δίκη τους υπήρξαν άφοβοι και προκλητικοί.
-Ναι, θελήσαμε να σκοτώσουμε τον βασιλέα, δήλωσαν κατηγορηματικά.
-Διά ποιόν λόγον; ρώτησε ο πρόεδρος εφέτης Σπιθάκης. Είσθε αναρχικοί;
-Όχι, δεν είμεθα δεν γνωρίζομε καν τι ακριβώς σημαίνει η λέξις αυτή, είπε ο Καρδίτσης. Ηθελήσαμε να σκοτώσωμε τον βασιλέα, διότι αυτός είναι ο υπαίτιος της ήττης.
Ο Καρδίτσης αναφερόταν στο ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 εις την δεινή στρατιωτική ήττα που είχε υποστεί η Ελλάς. Και υπήρχε τότε εθνική έξαψη και έξαλλη καταφορά κατά των υπευθύνων, που κορυφαίος θεωρούταν ο βασιλιάς. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονταν, ότι η εθνική εξέγερση τους όπλισε τα χέρια τους.
Οι δύο κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν σε θάνατο, απόφαση που κρίθηκε πολύ αυστηρή. Ο βασιλιάς δεν απένειμε χάρη στους δύο μελλοθανάτους, λόγω των φημών για σκηνοθετημένη απόπειρα και η ποινή εκτελέστηκε στις 27 Απριλίου 1898 στις φυλακές του Παλαμηδίου.
Η απόπειρα κατά του Γεωργίου Α' έγινε αφορμή να αρχίσουν διώξεις εναντίον όσων είχαν αντιδυναστικές απόψεις. Μεταξύ αυτών και οι πρώτοι αναρχικοί, που είχαν κάνει δειλά την εμφάνισή τους στις περιοχές της Ηλείας και της Πάτρας.
Ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄λίγο πριν τη δολοφονία του κάνει
περίπατο στη Θεσσαλονίκη, έχοντας δίπλα του τη βασίλισσα
Όλγα και πίσω τους ακολουθεί ο διάδοχος Κωνσταντίνος

Η Δολοφονία του Γεώργιου Α'
Ότι δεν κατάφεραν οι δράστες εκείνης της δολοφονικής απόπειρας, επιτεύχθηκε 15 χρόνια αργότερα, κατά την ταραγμένη εποχή των Βαλκανικών πολέμων και τις παραμονές του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου.
Το μεσημέρι της 5ης Μαρτίου 1913, ο Γεώργιος, συνοδευόμενος από τον υπασπιστή του ταγματάρχη Φραγκούδη, κατέβηκε από το μέγαρο Χατζηλαζάρου, που χρησιμοποιούσε ως βασιλική κατοικία, στην αποβάθρα του Λευκού Πύργου, προκειμένου να πραγματοποιήσει εθιμοτυπική επίσκεψη στον Γερμανό ναύαρχο Γκόπφεν επί του πολεμικού πλοίου «Γκέμπεν», που βρισκόταν στο λιμάνι της πόλης.
«…Η Α. Μεγαλειότης, ομιλών εις τον υπασπιστήν του, εξέφραζε την μεγάλην του χαράν δια την πτώσιν των Ιωαννίνων (σ.σ.: στις 22 Φεβρουαρίου 1913), πλειστάκις τονίσας των νέον θρίαμβον των Ελληνικών όπλων» σημείωνε σε σχετικό ρεπορτάζ η εφημερίδα «Εμπρός» στις 7 Μαρτίου και συμπλήρωνε:
«Η αυτή ευδιαθεσία του Βασιλέως εξηκολούθησε και μετά μίαν ώραν, όταν η Α. Μ. ήρχισε να επιστρέφη εις το Ανάκτορον. Όταν διήρχετο προ του Λευκού Πύργου, εγγύτατα του πλήθους το οποίον περιεστοίχιζε την κατ΄ εκείνην την ώραν παιανίζουσαν μουσικήν, επλησίασεν, ανεμίχθη μετά των πολιτών, ήκουσε μουσικήν και κατά την δημοκρατικήν του συνήθειαν, συνωμίλησε μετά των ανθρώπων του λαού οι οποίοι ευρίσκοντο εκεί. Μετά τούτο, εισήλθεν εις την λεωφόρον της Αγίας Τριάδας…».
Ο Αλεξ. Σχινάς φρουρούμενος από δύο χωροφύλακες

Στη συμβολή με την οδό Βασιλίσσης Όλγας, τον περίμενε από ώρα ο Αλέξανδρος Σχινάς. Γύρω στις 3 το μεσημέρι, είδε τον Γεώργιο και τον υπασπιστή του να περνούν, τους πλησίασε και από μικρή απόσταση πυροβόλησε τον βασιλιά μία φορά, προκαλώντας, ωστόσο, καίριο τραύμα. Αμέσως μετά, επιχείρησε να πυροβολήσει και τον Φραγκούδη, αλλά αυτός πρόλαβε να τον αφοπλίσει και να τον παραδώσει σε δύο Κρητικούς χωροφύλακες, που είχαν προστρέξει στο σημείο της δολοφονίας.

Ο βασιλιάς είναι νεκρός
Ο βαριά τραυματισμένος Γεώργιος μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο «Παπάφειο Ίδρυμα», αλλά οι γιατροί δεν μπόρεσαν να του προσφέρουν καμία βοήθεια αφού ο Γεώργιος ήταν ήδη νεκρός. Η πόλη τέθηκε σε κατάσταση επιφυλακής, τα εμπορικά καταστήματα έκλεισαν, ενώ μόλις νύχτωσε τα φώτα των δρόμων και των κατοικιών παρέμειναν σβηστά και άρχισαν οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες από τις εκκλησίες. Στις 8 Μαρτίου, σε έκτακτη συνεδρίαση της Βουλής, ο Κωνσταντίνος ορκίστηκε ως νέος βασιλιάς, ενώ στις 12 Μαρτίου αναχώρησε με τη βασιλική θαλαμηγό «Αμφιτρίτη» για την Θεσσαλονίκη, με τη συνοδεία πλοίων του ελληνικού πολεμικού ναυτικού αλλά και των Μεγάλων Δυνάμεων!
Αφού εκτέθηκε για πολλές ημέρες σε λαϊκό προσκύνημα, η ταριχευμένη σωρός του Γεωργίου μεταφέρθηκε στον Πειραιά με την «Αμφιτρίτη», στην οποία επέβαιναν τα μέλη της οικογένειάς του και άλλοι αξιωματούχοι. Ακολούθως, και μέσα σε κλίμα μελαγχολικής μεγαλοπρέπειας, έφτασε στην Αθήνα, όπου στις 20 Μαρτίου τελέστηκε η κηδεία και κατόπιν ετάφη στο λόφο «Παλιόκαστρο» στα ανάκτορα του Τατοΐου.

Η αστυνομική θεωρία του «αναρχικού δολοφόνου»
Ο Αλ. Σχινάς στο κελί του


Η αστυνομία από τις πρώτες ώρες της δολοφονίας ανακοίνωσε το όνομα του δράστη και άρχισε να διαδίδει τη θεωρία του μοναδικού δολοφόνου. Ακόμα, άφησε να διαρρεύσει η πληροφορία πως ο δράστης ήταν «αναρχικός» και σχεδόν παράφρων, ο οποίος δολοφόνησε τον Γεώργιο Α’ από εκδίκηση, επειδή στο παρελθόν ο βασιλιάς είχε αρνηθεί να του χορηγήσει οικονομική βοήθεια, κάτι που είχε υποστηρίξει, αρχικώς, και ο ίδιος ο Αλ. Σχινάς. Ενδεικτική του κλίματος αυτού, είναι μια ανταπόκριση από την Θεσσαλονίκη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εμπρός» στις 7 Μαρτίου και όπου, εκτός των άλλων, σκιαγραφείται και το «πορτραίτο» του δράστη:
«…Εκ της ανακρίσεως δεν προέκυψαν στοιχεία επιβαρύνοντα άλλα πρόσωπα. Ο δολοφόνος είναι έκφυλος, αλήτης, ουχί βεβαίως παράφρων, πάντως όμως ανισόρροπος ζων δι επαιτείας. Προ επταετίας εις ουδεμίαν σχέσιν ευρίσκετο μετά της ενταύθα αδελφής του. Αφίκετο ενταύθα προ 20 ημερών εξ’ Αθηνών, μετά ολιγοήμερον διαμονήν εν Βόλω οπόθεν διήλθε. Εις τινας πλησιάζοντας αυτόν τελευταίως ανέπτυσσε περιέργους ιδέας περί σοσιαλισμού, ότι όλοι οι άνθρωποι, εκτός ολίγων, θα είναι ίσοι, ότι δεν θα υπάρχουσι πλέον πλούσιοι και πτωχοί και ότι οι εργάτες θα εργάζονται μόνο δύο ώρας την ημέραν.… Έζη εις εν άθλιον χάνι, δίδων δύο γρόσια την ημέραν δια τον ύπνον του. Δεν έτρωγε παρά μόνο γάλα. Είχεν εγγραφή προ ετών εις την Ιταλικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν εφοίτησε σοβαρώς. Ήτο αποδιοπομπαίος τράγος εις την οικογένειάν του…. Εις υποβληθείσας εις αυτόν ερωτήσεις απαντά μετά ειρωνίας. «Τι είχες με τον Βασιλέα» ερωτά ο ανακριτής. «Προ δύο ετών», απήντησε,  «υπέβαλα μίαν αναφοράν εις το Παλάτι ζητών βοήθεια και ο υπασπιστής με εξεδίωξε με τρόπον βάναυσον».
Η εφημερίδα Νέα Αλήθεια της 7ης Μαρτίου 1913, χαρακτηρίζει
εθνική συμφορά τη δολοφονία του Γεωργίου Α΄
Ο Αλ. Σχινάς ήταν δάσκαλος στο επάγγελμα και παλιότερα είχε υπηρετήσει στην Αγουλινίτσα και την Κατερίνη. Κατόπιν, τον κάλεσαν στην Κλεισούρα μαζί με την αδελφή του, η οποία ήταν επίσης δασκάλα. Εκείνη, όμως, αρνήθηκε να υπηρετήσει μαζί του, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί ο διορισμός. Ο Αλ. Σχινάς επέστρεψε στην Αθήνα οικονομικά εξαθλιωμένος και το επόμενο διάστημα αναζητούσε εργασία, χωρίς αποτέλεσμα. Οι κακές συνθήκες διαβίωσης και ο υποσιτισμός τον είχαν κάνει φυματικό.
Σχετικά με τις φήμες που τον συνέδεαν με σοσιαλιστικούς ή αναρχικούς κύκλους του Βόλου, τα στοιχεία είναι αντικρουόμενα: κάποιες πληροφορίες τον ήθελαν εκδότη περιοδικού με σοσιαλιστικές τάσεις, ενώ αντιθέτως ο Γ. Κορδάτος υποστηρίζει πως «ο Σχινάς ήταν άγνωστος στο Βόλο» («Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», 5ος τόμος, σελ. 311).

«Ξένος δάκτυλος» πίσω από τη δολοφονία;
Πολλά ήταν τα σενάρια τα οποία αναπτύχθηκαν τα επόμενα χρόνια για την ταυτότητα των δολοφόνων και τους στόχους που αυτοί ήθελαν να εξυπηρετήσουν. Το βέβαιο είναι ότι οι γεωστρατηγικές συνθήκες στην ευρύτερη περιοχή την εποχή της δολοφονίας, ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητες. Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, ενώ στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο πλήθαιναν τα φαινόμενα που, κατά κάποιο τρόπο, προανήγγελλαν το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία, Αυστροουγγαρία) προετοίμαζαν τη δημιουργία ενός συμμαχικού συνασπισμού, που θα εκτεινόταν από την Βαλτική Θάλασσα έως τον Περσικό Κόλπο και βρίσκονταν ήδη σε φάση πολεμικής προπαρασκευής. Ταυτόχρονα, οι Αυστριακοί, σχεδόν απροκάλυπτα, διεκδικούσαν από καιρό την Θεσσαλονίκη, την οποία ήθελαν να μετατρέψουν σε ασφαλή ναύσταθμο. Στο πλαίσιο αυτό, η ύπαρξη ενός βεβαιωμένα αγγλόφιλου βασιλιά στον ελληνικό θρόνο αποτελούσε εμπόδιο για τα σχέδια των δύο αυτοκρατοριών, αντιθέτως θα τους διευκόλυνε αφάνταστα η αντικατάστασή του από τον διάδοχο Κωνσταντίνο, που ήταν δεδηλωμένος φίλος της Γερμανίας.
Η εφημερίδα Εμπρός της 6ης Μαρτίου 1913
με την είδηση της δολοφονίας Γεωργίου Α΄.

Βέβαια, υπάρχει και η πληροφορία που παρέθεσε ο Γ. Κρίστμας (W. Christmas), προσωπικός φίλος και βιογράφος του Γεωργίου, σύμφωνα με τον οποίο, το πρωί της δολοφονίας σε συνάντησή του με τον Γεώργιο, στην ήταν παρών και ο πρίγκιπας Νικόλαος, ο βασιλιάς τού είπε ότι «η πεντηκονταετηρίς του, τον προσεχή Οκτώβριον, θα εσήμαινε το τέλος της βασιλείας του. Ο πρίγκιψ Νικόλαος εκίνησε την κεφαλήν του, ωσάν η απόφασις αυτή να του ήτο γνωστή, και το εδέχετο ως γνωστόν. Φαντάζομαι ότι έδειξα κάποιαν έκπληξιν, διότι ο Βασιλεύς συνέχισε: […] «Ναι, θα παραιτηθώ. Είναι καιρός να αναλάβη ο γιος μου. Έφθασε εις την κανονικήν ηλικίαν, έχει σθεναρότητα, την οποίαν εγώ πλέον δεν έχω. Είναι δημοφιλής, και έχει κερδίσει θέσιν περιωπής και εσωτερικώς και εξωτερικώς. Η ώρα του ήλθε». Ουδείς άλλος, εκτός από τα μέλη της οικογενείας του, εγνώριζε τι δια την απόφασιν του Βασιλέως. Κατά την συνομιλίαν αντελήφθην πλέον καθαρά, ότι η παραίτησις θα εγίνετο την 26 Οκτωβρίου 1913, μετά τας εορτάς της πεντηκονταετηρίδας του» (Γ. Κρίστμας: «Ο Βασιλεύς Γεώργιος της Ελλάδος»).
Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν πως είναι η επικρατέστερη εκδοχή. Άλλωστε, από τις πρώτες ημέρες μετά τη δολοφονία, είχαν αρχίσει να πληθαίνουν τα στοιχεία που οδηγούσαν προς αυτή την κατεύθυνση.

Βαλτός από τους Αυστριακούς
Ο ίδιος ο Αλ. Σχινάς, αμέσως μόλις συνελήφθη φέρεται να δήλωσε στους αστυνομικούς πως «εάν δεν τον εσκότωνα, θα σκοτωνόταν από άλλους».
Εξάλλου, ο πρωτοδίκης Β. Κανταρές, έντεκα μήνες μετά τη δολοφονία, όταν συνάντησε τυχαίως στην Αθήνα τον συνάδελφό του Δ. Βακά ομολόγησε πως παρά το γεγονός ότι ο Κ. Ρακτιβάν και ο νομάρχης Θεσσαλονίκης Αργυρόπουλος είχαν δηλώσει ότι δεν επρόκειτο για συνωμοσία, ο ίδιος πίστευε ότι «ο δολοφόνος ήταν βαλτός από τους Αυστριακούς». Την ίδια, ακριβώς, πληροφορία μετέφερε ο πρωτοδίκης και το 1938 σε μια συνομιλία που είχε με τον ιστορικό Γιάννη Κορδάτο. Γράφει ο Κορδάτος: «(Ο Β. Κανταρές) Είπε ότι στην αρχή, παρ’ όλο το ξύλο που έφαγε ο Σχινάς (σ.σ.: από τους αστυνομικούς), δεν έβγαλε τσιμουδιά, αλλά μια-δυο μέρες ύστερα, άρχισε να κάνει διάφορους υπαινιγμούς. Ενοχοποιούσε πράκτορες Γερμανούς και μάλιστα τον Γερμανό πρεσβευτή. Αλλά δεν προχωρούσε, αν και έλεγε πως υπάρχουν και άλλα πιο σπουδαία, πιο τρανά και πιο υψηλά πρόσωπα. […] Ο Σχινάς δεν ήταν μανιακός κι ανισόρροπος. Ίσα-ίσα τα είχε τετρακόσια και, όπως διαπιστώθηκε, έκανε ταξίδια στην Γερμανία και την Αυστρία. Η δολοφονία οργανώθηκε στο Βερολίνο ή στη Βιέννη» («Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», 5ος τόμος, σελ. 314).

Ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος,
παππούς του σημερινού Θ.Πάγκαλου
«Θιασώτης της Αγγλικής πολιτικής»
Ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος, στα «Απομνημονεύματά» του, σημειώνει για το θέμα: «… Ο Βασιλεύς Γεώργιος ο Α’ έτρεφε πραγματικήν αντιπάθειαν προς τον Γερμανόν Αυτοκράτορα και ήτο ένθερμος θιασώτης της Αγγλικής πολιτικής. …Διεδόθη τότε ότι επρόκειτο (σ.σ.: ο Αλ. Σχινάς) περί αναρχικού και ανισόρροπου, αλλά φαίνεται ότι τούτο δεν ήτο αληθές…Ο διευθύνων τότε τας ανακρίσεις Β. Κανταρές, προσωπικός φίλος μου, μου εβεβαίωσεν επίσης την ακρίβειαν των ανωτέρω και μου εξέφρασε την πεποίθησί του ότι ο Σχινάς δεν ήτο ανισόρροπος ούτε αναρχικός, αλλ’ ότι υπήρξεν όργανον ανθρώπων οι οποίοι ενήργουν προς εξυπηρέτησιν των συμφερόντων ξένης δυνάμεως, η οποία είχε συμφέρον να θέση εκ ποδών τον αείμνηστον Βασιλέα Γεώργιον, ούτινος ήσαν γνωστά τα θερμά υπέρ της Αγγλίας αισθήματα. …Ακολουθών το γνωστόν αστυνομικόν δόγμα «Ζήτησον τον ωφελούμενον του εγκλήματος» και λαμβάνων υπόψη ότι μετά εν έτος εξ’ αφορμής μιας άλλης υπόπτου βασιλικής δολοφονίας (του Αρχιδουκός της Αυστρίας εν Βοσνία), εξερράγη ο Παγκόσμιος Πόλεμος, έχει το δικαίωμα πας τις να εξαγάγη το συμπέρασμα ότι ο αείμνηστος Βασιλεύς έπεσε θύμα των εν τη Βαλκανική βλέψεων της Γερμανίας» (σελ. 279-280). Ο Σχινάς -ο οποίος υπέφερε από φυματίωση- βασανίστηκε κατά την διάρκεια της νύχτας που ακολούθησε, στο τότε κτίριο του διοικητηρίου, αρνούμενος όμως να αποκαλύψει τυχόν ονόματα συνεργών του. Η ελληνική κυβέρνηση τότε ισχυρίστηκε πώς ο δράστης ήταν ένας αλκοολικός και κίνητρό του η ληστεία.

«Δεν ήτο έργον αναρχικών…»
Ο στρατηγός Λ. Παρασκευόπουλος
Αλλά και η αφήγηση του στρατηγού Λ. Παρασκευόπουλου στις «Αναμνήσεις» του, σχετικά με μια συνάντηση που είχε, μετά τη δολοφονία, με τον πρίγκιπα Νικόλαο, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα: «Η θλίψις μου εκ της αναμνήσεως του θανόντος πατρός του» αναφέρει ο Λ. Παρακευόπουλος «ήτο ακόμα ζωηρά, όπως επίσης ζωηρά ήσαν τα κατά της Γερμανίας αισθήματά του, τα οποία συνεμερίζετο με τον πατέρα του. Εις τας πρώτας μου λέξεις, ας του απηύθυνα ίνα τον συλλυπηθώ και αποδοκιμάσω τον, ως ενόμιζον αναρχικόν, δολοφόνον Σχινάν, δακρύων διεμαρτυρήθη ζωηρότατα και μου ετόνισεν ότι η δολοφονία του Βασιλέως δεν είναι έργον των αναρχικών, αλλ’ έργον πολιτικών εξωτερικών συμφερόντων» (τόμος Α’, σελ. 161).
Την άποψη αυτή ενισχύει και το γεγονός πως ο τότε πρόξενος της Αυστρίας στην Θεσσαλονίκη Κραλ φρόντιζε με παραπλανητικές πληροφορίες στον Τύπο να απομακρύνει κάθε υποψία για συμμετοχή της χώρας του στην υπόθεση, ενώ ως κρίσιμος κρίνεται και ο ρόλος του Γερμανού πρέσβη στην Ελλάδα φον Βάγκεν Χάιμ. Αποκαλυπτικά είναι τα όσα αναφέρει, σχετικά, ο Γ. Φιλάρετος στις «Σημειώσεις»: «Εις «Ελεύθερον Βήμα» (19 Μαρτ. 1927) εγράφησαν εκ πληροφοριών (ως βεβαιοί ο γράφων Α. Κ.) του πρώην υπουργού των Εξωτερικών Καλλέργη, όστις εγνώριζεν από τον Βασιλέα, (τα) περί των κατ’ αυτού ενεργειών του Γερμανού, Φον Βάγκεν Χάιμ. Και εν Κωνσταντινουπόλει βραδύτερον έμαθεν ότι η εκεί γερμανική πρεσβεία είχεν εργασθεί, εν εποχή, καθ’ ήν ο ίδιος υπηρέτει εν αυτή, περί της δολοφονίας του Γεωργίου. Εκ του δημοσιεύματος τούτου, λαβών αφορμή, έμαθον ότι ο Βάγκεν Χάιμ ήτο εν Αθήναις και βραδύτερον εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς της Γερμανίας και ότι κατά την εδώ διαμονήν του είχεν την μεγάλην εμπιστοσύνην της Σοφίας, συζύγου του Κωνσταντίνου, ούτινος φίλοι τινές, πιστεύω εν αγνοία του, πολύ επόθουν να αντικατασταθεί όσον οιόν τε ταχύτερον ο Αγγλόφιλος πατήρ παρά του Γερμανόφιλου υιού του» (σελ. 619-620).
Λαϊκή γκραβούρα για την κηδεία του Γεωργίου Α΄.

Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες που είδαν τότε το φως της δημοσιότητας, ο Γερμανός πρέσβης είχε συναντηθεί, παλιότερα, με τον Αλ. Σχινά στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το όπλο του φόνου (ένα μαυροβουνιώτικο περίστροφο) είχε δοθεί στον δράστη της δολοφονίας από φύλακα του αυστριακού προξενείου. Επομένως, είναι εξαιρετικά πιθανό Γερμανοί ή Αυστριακοί πράκτορες να είχαν στρατολογήσει τον Αλ. Σχινά, που βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτης ένδειας, με την υπόσχεση ενός χρηματικού ποσού και να τον είχαν μετατρέψει σε πειθήνιο όργανό τους. Στο πλαίσιο αυτό, ίσως ταιριάζει η άποψη πως ο Αλ. Σχινάς συνοδευόταν, την ώρα της δολοφονίας, από κάποιον Γερμανό ή Αυστριακό αξιωματικό, ίσως τον Σχινάζι.
Αλέξανδρος Σχινάς

Η εκπαραθύρωση του Σχινά
Μέσα σε αυτό το κλίμα που επικρατούσε τις πρώτες εβδομάδες ύστερα από τη δολοφονία του Γεώργιου Α΄ και καθώς η υπόθεση ήταν ιδιαζόντως σοβαρή, τις ανακρίσεις για τη δολοφονία ανέλαβαν ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάμπρου, ο πρόεδρος Πρωτοδικών Βάσης και ο εισαγγελέας Εφετών Ρωμανός. Την κρισιμότητα της κατάστασης υπογράμμισε και το γεγονός ότι η βασίλισσα Όλγα επισκέφθηκε δύο ή τρεις φορές τον Αλ. Σχινά στο κελί του. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, μετά την τελευταία επίσκεψή της βγήκε από το κελί συντετριμμένη. Πολλοί εκτιμούν ότι ο Αλ. Σχινάς της είχε αποκαλύψει τους ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας. Η Όλγα δεν μίλησε σε κανέναν για το περιεχόμενο των συνομιλιών της με τον δράστη, παρά μόνο στον πρίγκιπα Ανδρέα, ο οποίος όμως ποτέ δεν τοποθετήθηκε ανοικτά για το θέμα αυτό. Ωστόσο, ορισμένοι αξιωματικοί που υπηρετούσαν στη μεραρχία του, τον είχαν ακούσει αργότερα να οικτίρει τους Αυστριακούς ως δολοφόνους του πατέρα του.
«Η ανάμιξις της αειμνήστου Βασιλίσσης Όλγας […] είναι σαφής απόδειξις ότι ευθύς αμέσως εισέδυσεν εις το πνεύμα της η υπόνοια ότι οι ηθικοί αυτουργοί του εγκλήματος ευρίσκοντο πιθανώτατα ενταύθα και ήσαν πρόσωπα ισχυρά προ των οποίων θα εκάμπτετο και θα έκυπτεν η δικαιοσύνη. Προς διαλεύκανσιν του μυστηρίου η αξιοπρεπής και αγέρωχος Βασίλισσα, δεν εδίστασε να εισδύση μέχρι και αυτού του αθλίου δωματίου της ειρκτής και να αντικρίζη κατά μόνας τον απαίσιον δολοφόνον του πεφιλημένου συζύγου της»,  θα παρατηρήσει, αργότερα, ο Λ. Παρασκευόπουλος.
  
Καταστράφηκαν οι φάκελοι της υπόθεσης
Οι οργανωτές της δολοφονίας, ήθελαν όμως να απαλλαγούν και από τον Σχινά. Έτσι ο Αλ. Σχινάς, μεταφερόμενος στον πάνω όροφο του κτηρίου όπου εκρατείτο, «διέφυγε της προσοχής των χωροφυλάκων και ηυτοκτόνησε πεσών εκ του παραθύρου», όπως αναφέρονταν στη σχετική ανακοίνωση της αστυνομίας.
Στις 6 Μαίου, έξι βδομάδες μετά τη σύλληψή του και λίγο πριν οδηγηθεί στο δικαστήριο, ο Σχινάς εκπαραθυρώθηκε από τη χωροφυλακή από το δωμάτιο ανάκρισής του στο διοικητήριο. Αυτός που τον δολοφόνησε, σύμφωνα με μια μαρτυρία του ανακριτή της υπόθεσης Βασίλη Κανταρέ στον ιστορικό και φίλο του Γιάννη Κορδάτο, ήταν ανώτατος αξιωματικός της χωροφυλακής. 
Οι φάκελοι της ανάκρισης της υπόθεσης καταστράφηκαν, όταν στο ατμόπλοιο ''Ελευθερία'' στο οποίο βρίσκονταν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, για να μεταφερθούν στον Πειραιά, εκδηλώθηκε πυρκαγιά. Η πυρκαγιά κατέστρεψε κυρίως την καμπίνα όπου φυλάσσονταν οι προανακριτικοί φάκελοι. Εικάζεται πως πίσω από αυτή την ενέργεια βρισκόταν η κυβέρνηση σε μια προσπάθειά της να καλύψει τα πολιτικά κίνητρα της υπόθεσης.

Και… μεταφυσική ερμηνεία
Για το θάνατο του Γεωργίου, αμέσως επικράτησε και μια μεταφυσική ερμηνεία, συνδεδεμένη με τη δεισιδαιμονία περί τον αριθμό 13. Ο ίδιος ο μονάρχης, απέφευγε να ορκίζει στις 13 κάθε μηνός κυβερνήσεις και υπουργούς αλλά και να παίρνει σοβαρές αποφάσεις. Το έτος της δολοφονίας του έληγε σε 13. Τα χρόνια που βασίλεψε ήταν 49 και η πρόσθεση των αριθμών 4 συν 9 μας δίνει άθροισμα 13 !!.
Δεν λίγοι και εκείνοι, που πιστεύουν, πώς αν δεν εξέλιπε τότε ο βασιλιάς Γεώργιος, δεν θα ακολουθούσε η σύγκρουση Βενιζέλου- Κωνσταντίνου, που οδήγησε τη χώρα στον Διχασμό με όλες τις τραγικές συνέπειες που ακόμη τις πληρώνει η Ελλάδα.


1 σχόλιο:

  1. Συγχαρητήρια κ. Κουζινόπουλε για τα τόσο επιτυχημένα ιστορικά σας άρθρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή